Απόψε έχω συντροφιά μου ένα κερί. Η φλόγα του τρεμοπαίζει μα είναι δυνατή.

Δε χρειάζομαι άλλο φως απόψε,
μου φτάνει τούτο το κερί.

Δε χρειάζομαι συντροφιά απόψε,
μου φτάνει τούτη η φλόγα.

Δε χρειάζομαι ζεστασιά απόψε,
μου φτάνει η θέρμη απ’ το φυτίλι.

Ήθελα να βάλω ημερομηνία στην αρχή της σελίδας, τίτλο όχι. Μα ξέχασα και πόσο του μήνα έχουμε. Με τέτοιο μυαλό πού να πας;

Εδώ κι εκεί οι σκέψεις μου, φέρνουν βόλτες και να τις ακολουθήσω δεν μπορώ, με έχουν μπερδέψει. Μα για να λέμε την αλήθεια, δε θέλω και πολύ… Είναι σαν να ξέρω ότι αν πάρω τον δρόμο τους θα βρεθώ μαζί τους σε κάποιο αδιέξοδο.

Και στέκομαι εδώ, στη μέση· εδώ που όλοι οι δρόμοι διασταυρώνονται κι εγώ απλά παρατηρώ, χωρίς να αποφασίζω ποιον να ακολουθήσω.

Για πόσο όμως μπορείς να στέκεσαι; Πόσο καιρό βαστάνε τα πόδια σου μέχρι να αποφασίσεις να κινηθείς;

Νιώθω τόσο έντονα ότι θέλω μια αλλαγή που η ανάγκη αυτή με παραλύει.
Δε θέλω να σκέφτομαι μόνο συναισθηματικά ή μόνο λογικά. Θα ήθελα να γίνει κάτι που να μου δείξει με κάποιον τρόπο τον «σωστό» δρόμο, την πορεία που θα με οδηγήσει πιο κοντά στον εαυτό μου, σε όσα με εκφράζουν, σε όσα η καρδιά μου λαχταρά.

Ο φόβος δυστυχώς είναι ανασταλτικό συναίσθημα. Όλο σκέφτομαι τα αρνητικά μιας επικείμενης αλλαγής, όσα θα χάσω κι όχι όσα πιθανότατα θα κερδίσω.

Ο κόσμος μπροστά στα διλήμματα λέει «το σταυροδρόμι της ζωής», σκέφτομαι «τι καλά να ήταν έτσι», γιατί σε ένα σταυροδρόμι έχεις τέσσερις επιλογές/δρόμους, άρα 25% πιθανότητα να πάρεις τη σωστή απόφαση. Στην πραγματικότητα, όμως, έχεις τόσες πολλές επιλογές που η πιθανότητα να πάρεις την «ιδανική»  είναι αρκετά μικρή, κι ύστερα δεν ξέρεις άμα έπραξες καλά.

Αυτό είναι το κακό με τις πολλές επιλογές: πάντα φοβάσαι ότι υπάρχει μια καλύτερη που δε διέκρινες.

Μάλλον η μαγκιά είναι να μη σταματάς ποτέ να προχωράς, ακόμα κι αν δεν έχεις ιδέα που θα σε βγάλει ο δρόμος που επέλεξες.

Γιατί αν σταματήσεις (όπως καλή ώρα εγώ) νιώθεις παράλυση, φόβο, ανασφάλεια και αυτό δε θα σε βγάλει πουθενά.
Που να σε βγάλει η στασιμότητα; Ούτε αδιέξοδο δε θα βρεις, ούτε νέο μονοπάτι…

Θυμήθηκα! Ξημερώνει 16 Γενάρη του 2017. Φέτος θα γίνω 30. Χα, κοίτα να δεις μεγάλωσα… Μεγάλωσα;

Τι θα πει ένας αριθμός;

Ότι τα χρόνια περνάνε, προφανώς…

Και τι θα πει που τα χρόνια περνάνε;

Μάλλον ότι είμαστε αρκετά τυχεροί που αναπνεύσουμε και έχουμε την υγεία μας θα πω.

Μα με πιάνει μια στεναχώρια που και που, που περνάνε τα χρόνια και μεγαλώνω.

Όχι επειδή μεγαλώνω, αλλά γιατί καθώς περνάει ο καιρός και μεγαλώνω, όλοι μεγαλώνουν και να… κάποιοι δεν έχουν την υγειά τους άλλο πια. Κι είναι δύσκολο να τους βλέπεις να υποφέρουν ή να μην τους νοιάζει πια να μείνουν στη ζωή, κι άρα στη ζωή σου. Μα το πιο επώδυνο είναι όταν πια κάτι γίνει οριστικό· και πιο οριστικό από τον θάνατο δεν έχει.

Τον θάνατο δυσκολεύομαι να τον διαχειριστώ. Ειδικά μόνη, ειδικά ούσα μακριά.

Πολλές φορές νιώθω τόσο δυνατή: σκέφτομαι μόνο όσα καλά πήρα από εκείνους που έφυγαν και πόσο τυχερή είμαι που υπήρξαν στη ζωή μου. Άλλες, πάλι, φορές δεν μπορεί το μυαλό μου να το χωρέσει και σκέφτομαι όλα όσα δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά…

10 μέρες πριν ήπια αρκετά παραπάνω. Ένα τραγούδι στάθηκε αφορμή να πέσουν κάποια δάκρυα. Τα σκούπισα και είπα πως έληξε, μα η ψυχούλα μου είχε άλλη γνώμη. Εκείνο το βράδυ έκλαψε το μέσα μου.

Έκλαιγα δυο ώρες χωρίς σταματημό, ενώ μιλούσα κανονικά. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, απλά άνοιξαν τα μάτια μου και κυλήσαν ποτάμια τα δάκρια…


Σήμερα 29.03.2017 διάβασα τυχαία τις παραπάνω γραμμές στο ημερολόγιό μου…

Πέρασε ένας μήνας και κάτι που έσβησε το κέρι της υπάρξής σου μα, παππούκο μου το ξέρω, θα είσαι πάντα εδώ.