Αρχές Φεβρουαρίου, 2016

«Σώπασε Αγάπη μου. Θα ‘ρθουν δύσκολες μέρες…  Τα πρωινά θα ξυπνάς χωρίς σκιρτήματα, χωρίς «καλημέρες» με πεταχτά φιλιά να πληρώνουν την ευχή.  Θα ξεκινάς τη μέρα χωρίς να’ χεις κάτι να περιμένεις, να ελπίζεις, να λαχταράς. Θα γίνουν όλα όμοια και ίδια. Η ζωή μονότονη, θαμπή. Η καθημερινότητα φθορά, κι όχι λαχτάρα για το αύριο.

Σώπασε και υπόμεινε. Δέξου το γκρίζο σου τώρα, το μοναχικό σου σήμερα, τα άδεια σου βράδια.  Δε θα αλλάξει τίποτα από τη μια μέρα στην άλλη. Εσύ θα οδύρεσαι, κι εγώ θα κάνω ότι δε σε νιώθω, ότι δεν καταλαβαίνω. Εσύ θα μαραζώνεις, κι εγώ θα υποκρίνομαι ότι δε με νοιάζει. Κι όταν θα με σιχαθείς και θα αρνηθείς την ύπαρξή σου εγώ θα νιώσω ανακούφιση και θα πω ότι προχωράω πια.»

Άνισο παιχνίδι ο έρωτας, ακόμα και με το μέσα σου. Η καρδιά διεκδικεί, μάχεται· το μυαλό απομακρύνει, αντιδρά.

«Σώπαινε τώρα, ήσυχα, νωχελικά… Καμία απάντηση δε θα έρθει. Καμία κουβέντα δε θα πληρώσει το κενό σου. Θα ‘σαι μόνη και θα σκιρτήρεις: για όσα χάθηκαν, για όσα δε θα έρθουν πίσω, για τα όνειρα που θα σκοτώνω και εσύ θα μαρτυράς. Γιατί πια, Αγάπη μου, μείναμε οι δύο μας, κι αυτό το αποκαλώ μοναξιά. Μόνη εσύ, μόνη κι εγώ σε ένα σήμερα χωρίς εκείνον. Τον άνθρωπο που σε γέννησε, που σου έδωσε υπόσταση, τον λόγο που υπάρχεις. Μα είσαι εκεί. Στέκεις λυγερή, ατόφια, πανέμορφη εμπρός μου και περιμένεις να σε σκοτώσω, να σε θάψω με τα ίδια μου τα χέρια, εγώ, εγώ που με τόση τρυφερότητα και στοργή σε φρόντισα, σε πρόσεξα, σε έκανα δική μου, κομμάτι μου, σώμα και ψυχή μου.

Ησύχασε, κι εγώ θα σε ποτίζω της λήθης το νερό. Θα σε κοιμίσω σε ένα ατελείωτο αύριο. Θα σε αφήσω να ελπίζεις, να θυμάσαι, να αγαπάς. Εσύ για μένα. Για μένα που πνίγομαι στην ελπίδα αυτή.

Τίποτα δεν υπάρχει μόνιμα, μ΄ ακούς; Ούτε εσύ Αγάπη, ούτε εγώ, ούτε κανείς σε τούτη τη γη. Μόνη της η θάλασσα θα κυλά και θα μας ξεγελά. Σε ένα ατέρμονο απέραντο, σε μια αιώνια γαλήνη. Μα για μια παραίσθηση, για ένα όνειρο ζεις κι εσύ κι εγώ, Αγάπη μου. Ένα όνειρο ότι θα υπάρχουμε πάντα, εσύ κι εγώ, μαζί, ευτυχισμένοι, αγκαλιασμένοι, μέχρι τέλους, μέχρις η θάλασσα να μας πάρει στο αιώνιο ταξίδι στα σπλάχνα της, ώσπου να μας ξεβράσει και να μας σκοτώσει· μαζί…»