23 Μαρτίου 2016

Τυχαία έπεσε το μάτι μου στη νέα φωτογραφία προφίλ σου στο facebook. Χωρίς να σκεφτώ την άνοιξα. Σε είδα μετά από καιρό με τον πιο ψυχρό τρόπο. Πάτησα like, όχι για τη φωτογραφία αλλά για να καταλάβεις ότι την είδα, πιο πολύ γιατί με ξάφνιασε η κίνησή σου – δύο χρόνια μαζί και δεν είχες αλλάξει εικόνα προφίλ.

Ταράχτηκα τόσο που σε είδα. Πέρασαν τόσες πολλές σκέψεις από το μυαλό μου… Στα μάτια μου έφταναν δάκρυα. «Όχι, όχι Βασιλική μην κλάψεις, είσαι στη δουλειά, μην το αφήνεις να σε επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό». Μα το συναίσθημα με έπνιγε, ασφυκτιούσε μέσα μου κι ήθελε να βγει, να εκφραστεί. Έτσι άνοιξα ένα κενό αρχείο word κι άρχισα να γράφω:

Στο κεφάλι έχω δυο φωνές… Η μια συνεχώς αναρωτιέται «γιατί;», προσπαθεί να καταλάβει, να δικαιολογήσει. Σκέφτεται τις όμορφες στιγμές, υμνεί το παρελθόν, θρηνεί την πραγματικότητα, επιζητά την ύπαρξή σου, σε ψάχνει, σε λαχταρά, σε ποθεί, σε λατρεύει.

Η άλλη είναι μόνιμα θυμωμένη μαζί σου, δε θέλει να ξέρει τίποτα για σένα, οικτίρει την καρδιά μου που ακόμα σ ‘αγαπά, απορεί πως αντέχω αυτή την αντιμετώπιση, πως δέχτηκα το λίγο της αγάπης σου, πως δεν είδα νωρίτερα πως εσύ δεν είσαι για μένα. Σε μισεί που είσαι τόσο δειλός κι άκαρδος, που δεν εκτίμησες την αγάπη μου, που πέταξες μια ευτυχία, έναν έρωτα, μια φιλία, μια όμορφη σχέση στα σκουπίδια· χωρίς να δουλέψεις, να συζητήσεις, να σεβαστείς τον άνθρωπο δίπλα σου και ό,τι φτιάξατε μαζί. Την τρέφει η αδικία, ανυπομονεί για λησμονιά.

Είναι άραγε το μίσος πιο ισχυρό από την αγάπη; Πως μπορεί κάποιος να μισήσει εκείνον που αγάπησε με όλη του την καρδιά; Εκείνον που του αφέθηκε, του δόθηκε, τον αγάπησε με τόση ένταση κι ανιδιοτέλεια. Εκείνον που κρατά ένα κομμάτι του εαυτού και της καρδιάς του;

Δυο σειρήνες μέσα στα αυτιά μου που να τις αντέξω δεν μπορώ. Παρακαλάω να περάσει, να φύγει, να σταματήσει να συμβαίνει όλο αυτό. Κι είναι φορές που σιωπούν και γαληνεύω, μα όταν μένω μόνη με μένα με επισκέπτονται και μου μιλούν, πρώτα μια – μια κι έπειτα ταυτόχρονα.

Δε θέλω να σε μισήσω, αλήθεια. Μα μισώ με όλη μου τη δύναμη τις άκαρδες αποφάσεις σου που καταστρέφουν το πολυτιμότερο δώρο που έχω να δώσω: αληθινή αγάπη.

Είναι που δεν ήθελες να χαθούμε… Κάποτε είχα έναν φίλο, έναν άνθρωπο να εμπιστευτώ, ένα καθαρό βλέμμα να αντικρίσω, κάπου να ακουμπήσω την αλήθεια μου. Τι έγιναν όλα αυτά, σε ποια μαύρη τρύπα έπεσαν;

Μου λείπεις που να σε πάρει.

Διάβασα αφηρημένα το κείμενό μου. Το συναίσθημα είχε κάπως ηρεμήσει μα η ταραχή δεν έλεγε να καταλαγιάσει.

Έτσι πήρα την απόφαση και του έστειλα ένα μήνυμα, για την ακρίβεια ένα κομμάτι του κειμένου μου.

«Είναι που δεν ήθελες να χαθούμε… Κάποτε είχα έναν φίλο, έναν άνθρωπο να εμπιστευτώ, ένα καθαρό βλέμμα να αντικρίσω, κάπου να ακουμπήσω την αλήθεια μου. Τι έγιναν όλα αυτά, σε ποια μαύρη τρύπα έπεσαν;»

Τριάντα τέσσερις λέξεις, 34 από τις 294. Εκείνες μόνο μπορεί να καταλάβει το μυαλό του. Τις μη συναισθηματικές λέξεις, το ένα δέκατο της αλήθειας της καρδιάς μου. Μέχρι εκεί φτάνει η αντοχή και η συναισθηματική αντίληψή του. Δεν τον αδικώ, τώρα ξέρω.

Η απάντηση; «Ήθελα να μας δώσω χρόνο… Καλησπέρα»

 

Δυο ψυχές

Στίχοι: Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Μουσική: Γιάννης Χριστοδουλόπουλος
Εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου

Δυό ψυχές
Χαμένες στ΄ανοιχτά
Τόση θάλασσα και ποιος θα την ξοδέψει
Δυο ψυχές
Τα ταξίδια που αφήσαμε στη μέση
Ποιό ζευγάρι θα τα κάνει τελικά;

Δυο ψυχές
Στην πόλη ναυαγοί
Ο καθένας θα ‘χει τα προσωπικά του
Δυο ψυχές
Κι αν βρισκόμαστε τυχαία κάπου-κάπου
Θα ξεχνάμε πως μας δένει μια πληγή

Τι γίνεσαι, τι γίνεται
Έχεις αλλάξει
Τι γίνεσαι, τα νέα σου
Πως πάει η δουλειά
Χαθήκαμε, βρεθήκαμε
Όλα εντάξει
Μπορούμε να τα λέμε τυπικά

Δυο ψυχές
Που είχαν ενωθεί
Και μοιράστηκαν για λίγο ένα σώμα
Δυο ψυχές
Δυο ψυχές που θ αγαπιόντουσαν ακόμα
Μα σε λάθος ώρα είχανε βρεθεί